Η μετάβαση από την οχυρωμένη Παλιά Πόλη, με τα εντυπωσιακά ενετικά τείχη και τη στρατηγική οργάνωση του χώρου, στη Νέα Πόλη που αναπτύχθηκε σταδιακά μετά το 1864, όταν το νησί ενσωματώθηκε στο ελληνικό κράτος, αποτελεί μια σημαντική σελίδα της ιστορίας της Κέρκυρας, αλλά και της εξέλιξης του ελληνικού αστικού χώρου γενικότερα.

Η Παλιά Πόλη της Κέρκυρας είναι ένα από τα πλέον διατηρημένα δείγματα ενετικής αστικής οργάνωσης στην Ανατολική Μεσόγειο και, όχι τυχαία, αναγνωρισμένη ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO από το 2007. Χτισμένη και διαμορφωμένη σε μεγάλο βαθμό κατά την περίοδο της ενετικής κυριαρχίας (1386–1797), η πόλη είχε καθαρά στρατιωτικό-αμυντικό χαρακτήρα, με τα ογκώδη φρούρια, το Παλαιό και το Νέο Φρούριο, να κυριαρχούν στο τοπίο και να προστατεύουν τον οικισμό από τις συχνές επιδρομές και τις πολιορκίες.

Τα τείχη της πόλης αποτελούσαν το κύριο μέσο άμυνας, αγκαλιάζοντας πυκνά δομημένες γειτονιές με στενά δρομάκια (καντούνια), δημόσια και διοικητικά κτήρια, εκκλησίες, αγορές και κατοικίες. Η οργάνωση της πόλης δεν είχε ως κύριο στόχο την άνεση ή την πολεοδομική τάξη, αλλά την ασφάλεια και τον έλεγχο, οδηγώντας σε μια ιδιαίτερη αρχιτεκτονική και κοινωνική φυσιογνωμία, η οποία διατηρείται ακόμη σε μεγάλο βαθμό. Η πυκνή δόμηση, η χρήση ανθεκτικών υλικών (κυρίως πέτρας), τα χαρακτηριστικά λότζια, οι πλατείες και τα διαμπερή περάσματα συνιστούν ένα μοναδικό μωσαϊκό που φέρει επιρροές από τη Βενετία, τη Νάπολη και άλλες μεσογειακές πόλεις. Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, σχεδόν ολόκληρος ο πληθυσμός της Κέρκυρας διέμενε μέσα στα όρια των τειχών.

Μετά από αιώνες ξένης κυριαρχίας, Ενετοί, Γάλλοι, Ρώσοι, Άγγλοι, η Κέρκυρα και τα υπόλοιπα Ιόνια Νησιά ενσωματώνονται στο ελληνικό κράτος το 1864. Η ένωση αυτή σηματοδότησε ριζικές αλλαγές όχι μόνο στο πολιτικό καθεστώς, αλλά και στην αστική και κοινωνική φυσιογνωμία του νησιού. Η στρατηγική σημασία της Κέρκυρας μειώνεται αισθητά στο πλαίσιο της νέας εθνικής επικράτειας, και ως εκ τούτου τα στρατιωτικά έργα που κάποτε καθόριζαν τη ζωή της πόλης αρχίζουν να θεωρούνται αναχρονιστικά. Οι παλιές οχυρώσεις, αντί να προστατεύουν, περιορίζουν πλέον την επέκταση της πόλης και τη δημογραφική της ανάπτυξη.

Έτσι, κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, λαμβάνεται η ιστορική απόφαση: τα ενετικά τείχη θα κατεδαφιστούν, ανοίγοντας τον δρόμο για τη δημιουργία μιας Νέας Πόλης, που θα εκτείνεται έξω από το παλιό τειχισμένο όριο και θα ακολουθεί τις σύγχρονες πολεοδομικές τάσεις της εποχής. Η διαδικασία κατεδάφισης των τειχών ξεκινά σταδιακά από τα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίζεται ως τον 20ό αιώνα. Στόχος ήταν όχι μόνο η πολεοδομική επέκταση, αλλά και η αισθητική “απελευθέρωση” της πόλης. Τα ενετικά τείχη, αν και αρχιτεκτονικά σημαντικά, θεωρήθηκαν εμπόδιο στην πρόοδο και στη μοντέρνα ανάπτυξη της εποχής.

Η Νέα Πόλη της Κέρκυρας, που άρχισε να διαμορφώνεται κυρίως στις αρχές του 20ού αιώνα, οργανώνεται με σαφή πολεοδομικά κριτήρια: ευθύγραμμοι δρόμοι, μεγαλύτερα οικοδομικά τετράγωνα, δημόσια κτήρια με νεοκλασική αρχιτεκτονική, πάρκα και πλατείες. Η πόλη αποκτά πλέον στοιχεία ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού αστικού κέντρου, που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εποχής. Ο αστικός ιστός επεκτείνεται προς τις περιοχές Γαρίτσας, Σαρόκο, Μαντούκι, ενώ παράλληλα δημιουργούνται νέες συνοικίες εργατικής ή μικροαστικής κατοικίας, νοσοκομεία, σχολεία, θέατρα και διοικητικά κέντρα. Η πόλη αναπτύσσεται σε ένα αμφίρροπο πεδίο: από τη μια διατηρεί το ιστορικό της παρελθόν και από την άλλη επιζητεί τον εκσυγχρονισμό.

Η διαρκής εξέλιξη της Νέας Πόλης συνεχίστηκε και τον 20ό αιώνα, με τις αστικές επεκτάσεις της δεκαετίας του 1960 και του 1980. Η πόλη, όπως και πολλά άλλα ελληνικά αστικά κέντρα, γνώρισε μια φάση ταχείας ανοικοδόμησης και πολυκατοικιοποίησης, η οποία αλλοίωσε σε ορισμένα σημεία τον χαρακτήρα της. Ωστόσο, η σχέση ανάμεσα στην Παλιά και τη Νέα Πόλη παρέμεινε ζωντανή. Η Παλιά Πόλη διατηρεί τη λειτουργία της ως ιστορικό και τουριστικό κέντρο, ενώ η Νέα Πόλη φιλοξενεί τη σύγχρονη ζωή των Κερκυραίων, με κατοικίες, υπηρεσίες, δημόσια διοίκηση και επιχειρήσεις.

Η διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ των δύο αυτών “κόσμων”, του παρελθόντος και του παρόντος, αποτελεί σήμερα πρόκληση για την τοπική αυτοδιοίκηση, τους αρχιτέκτονες και τους πολεοδόμους της Κέρκυρας.

Η ιστορία της δημιουργίας της Νέας Πόλης της Κέρκυρας δεν είναι μόνο μια αφήγηση πολεοδομικής εξέλιξης, αλλά και μια αντανάκλαση των κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών αλλαγών που διαμόρφωσαν το νησί από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα. Από τα ενετικά τείχη της Παλιάς Πόλης μέχρι τις ευθείες λεωφόρους και τα νεοκλασικά μέγαρα της Νέας Πόλης, η Κέρκυρα παραμένει ένα ζωντανό παράδειγμα του πώς η ιστορία, η αρχιτεκτονική και ο αστικός σχεδιασμός μπορούν να συνυπάρξουν δημιουργικά, ενισχύοντας την ταυτότητα ενός τόπου που κοιτάζει ταυτόχρονα προς το παρελθόν και το μέλλον.