Ο Ιωάννης Καποδίστριας υπήρξε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, καθώς διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους και την εδραίωση της ανεξαρτησίας του. Η ζωή και το έργο του χαρακτηρίζονται από ανιδιοτελή προσφορά, πολιτική διορατικότητα και υψηλό αίσθημα ευθύνης απέναντι στο έθνος της Ελλάδος.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1776, σε μια εποχή που το νησί βρισκόταν υπό βενετική κυριαρχία. Προερχόταν από αριστοκρατική οικογένεια και έλαβε ανώτατη εκπαίδευση στη Νομική και την Ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Σημαντικό ρόλο στη ζωή του κυβερνήτη όπως μαρτυρούν πολλοί, έπαιξε η πίστη στον ορθόδοξο χριστιανισμό. Από μικρός ανέπτυξε ιδιαίτερη αγάπη, τόσο για τον προστάτη της Κέρκυρας, Άγιο Σπυρίδωνα, όσο και για την Παναγία Πλατυτέρα, της οποία το μοναστήρι επισκεπτόταν συνεχώς. Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί πως μπορεί κανείς να επισκεφτεί τον τάφο του μέχρι και σήμερα εντός του μοναστηριού. Ο Καποδίστριας επέστρεψε για ένα μικρό χρονικό διάστημα στην Κέρκυρα, όπου άσκησε την ιατρική επιστήμη εντελώς αφιλοκερδώς, προσφέροντας έτσι βοήθεια σε άπορους συμπολίτες του που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να λάβουν ιατρικές υπηρεσίες. Ωστόσο, η πολιτική τον κέρδισε γρήγορα, και σύντομα ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα στο δημόσιο βίο. Το 1809, προσκλήθηκε στη Ρωσία και διορίστηκε στο υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Η ικανότητά του και η διπλωματική του ευφυΐα τον ανέδειξαν σε έναν από τους σημαντικότερους διπλωμάτες της εποχής. Έπαιξε κεντρικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για το μέλλον των Ιονίων Νήσων και το 1815 συνέβαλε στη δημιουργία του ανεξάρτητου «Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων» υπό βρετανική προστασία.

Η κορύφωση της διπλωματικής του καριέρας ήρθε με τη συμμετοχή του στο Συνέδριο της Βιέννης (1815), όπου εργάστηκε υπέρ της ελληνικής υπόθεσης και ανέλαβε ρόλο στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής ισορροπίας. Το 1816 διορίστηκε Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας και υπήρξε στενός συνεργάτης του Τσάρου Αλέξανδρου Α’. Ωστόσο, όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση του 1821, η πολιτική της Ρωσίας απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν του επέτρεψε να υποστηρίξει ανοιχτά τους Έλληνες, γεγονός που τον οδήγησε σε παραίτηση από το αξίωμά του το 1822.

Το 1827, η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας τον εξέλεξε Κυβερνήτη της Ελλάδας. Αναλαμβάνοντας το αξίωμα το 1828, βρέθηκε αντιμέτωπος με μια χώρα κατεστραμμένη από τον πόλεμο, δίχως θεσμούς, οικονομική σταθερότητα ή στρατιωτική οργάνωση. Παρά τις δυσκολίες, εργάστηκε μεθοδικά για την ανοικοδόμηση του κράτους. Προτεραιότητά του ήταν η ανασυγκρότηση της δημόσιας διοίκησης, η ίδρυση σχολείων και η οργάνωση του στρατού. Εισήγαγε τη φορολογική μεταρρύθμιση, καθιέρωσε τη Φιλόμουσο Εταιρεία και έθεσε τα θεμέλια του εκπαιδευτικού συστήματος. Παράλληλα, προχώρησε στην ίδρυση της πρώτης ελληνικής τράπεζας, της «Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας», ενώ καθιέρωσε τον φοίνικα ως το πρώτο εθνικό νόμισμα της Ελλάδας.

Στο διπλωματικό επίπεδο, επιδίωξε τη διεθνή αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Ελλάδας και πέτυχε τη θετική ανταπόκριση των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Συνθήκη του Λονδίνου (1830) επικύρωσε την ανεξαρτησία της Ελλάδας, αν και τα σύνορα παρέμεναν περιορισμένα.

Παρά τη μεγάλη του προσφορά, η αυταρχική, κατά πολλούς, διοίκησή του και οι αποφάσεις του προκάλεσαν αντιδράσεις. Οι προύχοντες και οι τοπικοί άρχοντες δυσανασχέτησαν με τη συγκέντρωση εξουσιών στο πρόσωπό του. Οι αντικυβερνητικές αντιδράσεις εντάθηκαν όταν προσπάθησε να καταργήσει την τοπική αυτονομία, γεγονός που τον έφερε σε σύγκρουση με ισχυρές οικογένειες, όπως αυτή των Μαυρομιχαλαίων.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, ο Ιωάννης Καποδίστριας δολοφονήθηκε στο Ναύπλιο από τον Κωνσταντίνο και τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, ως αντίποινα για τη φυλάκιση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Ο θάνατός του προκάλεσε βαθιά κρίση στη χώρα και άφησε ένα κενό εξουσίας που οδήγησε στην άφιξη του βασιλιά Όθωνα. Η προσφορά του Καποδίστρια στην Ελλάδα υπήρξε ανεκτίμητη. Θεμελίωσε το νεοελληνικό κράτος και έθεσε τις βάσεις για τη διοικητική, οικονομική και στρατιωτική του οργάνωση. Η πολιτική του κληρονομιά παραμένει μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς για την ελληνική ιστορία.