Την ιστορία της Κέρκυρας μπορεί κανείς να τη συναντήσει στις περισσότερες γωνιές του νησιού. Από την παλιά πόλη με τα δύο επιβλητικά φρούρια και τις φιλαρμονικές, μέχρι τα παλιά εγκαταλελημένα χωριά με την μοναδική αρχιτεκτονική που μετρούν εκατοντάδες χρόνια ζωής. Ένα ξεχωριστό κομμάτι τις ιστορίας του μοναδικού αυτού νησιού, θα έχουν τη ευκαιρία να ανακαλύψουν εκείνοι που θα επιλέξουν να επισκεφθούν τα παλιά και ερειπωμένα αρχοντικά της κερκυραϊκής υπαίθρου, σε ένα εντελώς διαφορετικό σαφάρι.

Τα περισσότερα από τα αρχοντικά που θα έχετε την ευκαιρία να ανακαλύψετε χτίστηκαν πολλούς αιώνες πίσω. Κατά την περίοδο της ενετοκρατίας όταν η Κέρκυρα αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους προμαχώνες της Ευρώπης, πολλοί ήταν οι γαιοκτήμονες που δημιούργησαν πλούτη και όνομα, με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν πέρα από ζηλευτή περιούσια, πανέμορφα σπίτια, με μοναδική αρχιτεκτονική και χαρακτήρα. Τα αρχοντικά αυτά γνώρισαν σημαντικές περιόδους ανάπτυξης, που τα καθιέρωσαν σε εμπορικά και οικονομικά κέντρα, μέχρι ωσότου τα πράγματα άλλαξαν και τα περισσότερα από αυτά ξεκίνησαν να φθίνουν. Με την άφιξη των βρετανών αρχικά και στην συνέχεια των δημοκρατικών Γάλλων οι παλιοί προύχοντες, είδαν την δύναμή τους να μειώνεται σταδιακά με αποτέλεσμα τα κάποτε ζηλευτά αρχοντικά να καταλήξουν ερείπια, έρμαια του χρόνου και της ιστορίας.

Ένα από τα διασημότερα ερειπωμένα αρχοντικά, ή όπως ήταν γνωστότερα παλιά, «απαλάτια», είναι εκείνο του Ντάντολου, γνωστό επίσης και ως πύργος του Ντάντολου, εξαιτίας της μορφολογίας του. Βρίσκεται κοντά στην τουριστική Αχαράβη, κάτω από έναν υπεραιωνόβιο ελαιώνα, στο βόριο τμήμα του νησιού. Χτίστηκε με βασικό σκοπό να προστατεύει το κύριο κτίσμα, στο οποίο διέμενε ο γαιοκτήμονας σε σημείο το οποίο προσέφερε θέα στην γύρω περιοχή. Ένα ακόμη παρόμοιο παράδειγμα αποτελεί και ο πύργος του Πολυλά. Το συγκεκριμένο κτίσμα, παραδομένο πλέον πλήρως στη γύρω φύση, διαθέτει μάλιστα και την φήμη του στοιχειωμένου. Η εικασία αυτή έγινε εδώ και πολλά χρόνια καθώς η ίδια η ύπαρξη των αρχοντικών αυτών είχε συνδυαστεί από τους χωρικούς με τις έννοιες της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης. Άλλωστε δεν είναι τυχαία και η ύπαρξη παλιών μύθων που αναφέρονται στα διάσημα σαγράδα, αλλά και στους μώρους, τα πνεύματα εκείνων που βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν από τους άπληστους άρχοντες.

Λίγο έξω από την πόλη βρίσκεται ένα από τα πλέον επιβλητικά αρχοντικά του νησιού, το οποίο στέκεται και κατοικείται μάλιστα μέχρι και σήμερα. Ο λόγος για το αρχοντικό Κομπίτση, ένα κτίσμα μοναδικής ιστορίας και σημασίας για τον τόπο. Λίγο έξω από τον πυρήνα του ομώνυμου χωριού θα βρει κανείς το επιβλητικό αρχοντικό το οποίο συνοδεύεται από τον Ναό των Αγίων Αποστόλων, αλλά και από άλλα βοηθητικά κτίσματα. Η κάτοψη του συμπλέγματος των κτιρίων θυμίζει το γράμμα «Π» και όχι τυχαία. Η συγκεκριμένη αρχιτεκτονική προσέδιδε μεγαλύτερη ασφάλεια, ενώ ταυτόχρονα έδινε τη δυνατότητα στους κατοίκου να απολαμβάνουν το φως της ημέρας στον εσωτερικό κήπο, γνωστό παλαιότερα και ως κούρτη. Συμπληρωματική του κτιρίου είναι και η παραδοσιακή βενετσιάνικη βρύση, γνωστή παλαιότερα ως κρήνη, την οποία χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι για τις καθημερινές τους ανάγκες.

Η διατήρηση και ανάδειξη της άγνωστης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Κέρκυρας αποτελεί αναπόσπαστο μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας να επανασυνδεθεί το νησί με την ιστορική του ταυτότητα. Πέρα από τη γραφικότητα και την αισθητική αξία των παλιών αρχοντικών, αυτά τα κτίσματα αφηγούνται σιωπηλά την κοινωνική, πολιτική και οικονομική εξέλιξη της περιοχής μέσα στους αιώνες. Η στροφή του ενδιαφέροντος προς την ύπαιθρο και τα μνημεία της, προσφέρει όχι μόνο μια εναλλακτική τουριστική εμπειρία, αλλά και τη δυνατότητα αναζωογόνησης εγκαταλελειμμένων περιοχών μέσω της πολιτιστικής αξιοποίησης. Οι τοπικές κοινωνίες, ενισχύοντας την ιστορική συνείδηση και εντάσσοντας τα ερειπωμένα αυτά κτίσματα στη σύγχρονη ζωή με σεβασμό, μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία μιας νέας σχέσης ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Σε μια εποχή που η ταυτότητα των τόπων απειλείται από την ομοιομορφία της μαζικής τουριστικής ανάπτυξης, η ανάδειξη αυτών των μοναδικών στοιχείων πολιτιστικής κληρονομιάς δεν είναι απλώς επιθυμητή, αλλά και απαραίτητη.