Η βρετανική κατοχή της Κέρκυρας και των υπόλοιπων Επτανήσων (1815-1864) αποτέλεσε μια ιδιαίτερη περίοδο στην ιστορία του νησιού, αφήνοντας ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στην πολιτική, την κοινωνία και την αρχιτεκτονική του τόπου. Παρόλο που η βρετανική κυριαρχία δεν ήταν αποδεκτή από μεγάλο μέρος του πληθυσμού, η περίοδος αυτή συνέβαλε στην εκσυγχρονιστική πορεία της Κέρκυρας και στην τελική ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα το 1864.

Μετά την πτώση της Ενετικής Δημοκρατίας το 1797, η Κέρκυρα πέρασε σε μια ταραχώδη περίοδο διαδοχικών κυριαρχιών. Αρχικά, περιήλθε υπό γαλλική κατοχή, με τους Γάλλους του Ναπολέοντα να εγκαθιδρύουν τη δική τους διοίκηση. Ωστόσο, το 1799, οι Ρώσοι και οι Οθωμανοί εκδίωξαν τους Γάλλους και ίδρυσαν την Επτάνησο Πολιτεία (1800-1807), ένα ημιαυτόνομο κράτος υπό οθωμανική επικυριαρχία.

Το 1807, η Κέρκυρα πέρασε ξανά στη γαλλική κυριαρχία μετά τη Συνθήκη του Τιλσίτ. Οι Γάλλοι κυβέρνησαν αυταρχικά, ενισχύοντας τις οχυρώσεις του νησιού, αλλά και επιβάλλοντας βαριά φορολογία. Ωστόσο, η Γαλλική Αυτοκρατορία κατέρρευσε μετά τις ήττες του Ναπολέοντα και το 1814, οι Βρετανοί, έχοντας ήδη καταλάβει τα υπόλοιπα Επτάνησα, κατέλαβαν και την Κέρκυρα.

Το 1815, με τη Συνθήκη των Παρισίων, τα Ιόνια Νησιά τέθηκαν υπό την προστασία του Ηνωμένου Βασιλείου, αποτελώντας το Ηνωμένον Κράτος των Ιονίων Νήσων (1815-1864), με την Κέρκυρα ως πρωτεύουσα. Η Βρετανική διοίκηση, αν και επέβαλε αυστηρό έλεγχο, έφερε και σημαντικές αλλαγές στη διοικητική, στρατιωτική και κοινωνική δομή της Κέρκυρας. Ο πρώτος Ύπατος Αρμοστής, ο σερ Τόμας Μαίτλαντ, κυβέρνησε αυταρχικά, προσπαθώντας να επιβάλει τη βρετανική τάξη και να περιορίσει κάθε φιλελεύθερη ή ελληνική εθνικιστική δραστηριότητα. Κατά τη διάρκεια της βρετανικής κυριαρχίας, εφαρμόστηκαν σημαντικές διοικητικές και εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, μεταξύ των οποίων Η ίδρυση της Ιονίου Ακαδημίας το 1824, του πρώτου δηλαδή πανεπιστήμιου του ελληνικού κόσμου, με έδρα την Κέρκυρα. Ακόμη, κατασκευάστηκαν δημοσία έργα, όπως δρόμοι, γέφυρες και λιμενικές εγκαταστάσεις. Η αναδιοργάνωση της δικαιοσύνης και της δημόσιας διοίκησης, κατά τα βρετανικά πρότυπα, υπήρξε σημαντική προτεραιότητα, ενώ οι άποικοι, δεν παραμέλησαν και τη δημιουργία σύγχρονων στρατιωτικών υποδομών, όπως η ενίσχυση των οχυρώσεων της Κέρκυρας.

Οι Βρετανοί, ωστόσο, δεν επέτρεπαν την ελεύθερη πολιτική έκφραση και καταπίεζαν κάθε κίνηση που είχε σχέση με την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα. Έτσι, παρά τις βελτιώσεις που έφεραν, μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Κέρκυρας επιθυμούσε την ένωση με την Ελλάδα, ιδιαίτερα μετά και την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Οι Βρετανοί καταδίωξαν κάθε φιλελληνική δραστηριότητα, επιβάλλοντας λογοκρισία και καταστολή. Ωστόσο, η αντίσταση του λαού δεν έπαψε ποτέ. Ο αγώνας για την ένωση εντάθηκε ιδιαίτερα μετά το 1848, όταν επαναστατικά κινήματα σε όλη την Ευρώπη ενέπνευσαν και τους Επτανήσιους. Το 1850, η εξέγερση των Κεφαλλήνιων και άλλες αντιβρετανικές διαδηλώσεις στην Κέρκυρα έδειξαν τη δυσαρέσκεια του λαού. Οι Βρετανοί απάντησαν με καταστολή, αλλά η πίεση για ένωση συνέχισε να αυξάνεται. Η αλλαγή της πολιτικής του Ηνωμένου Βασιλείου προς την Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1860 συνέβαλε στη λήξη της βρετανικής κυριαρχίας στην Κέρκυρα. Το 1863, ο Γεώργιος Α’ ανακηρύχθηκε βασιλιάς της Ελλάδας και οι Βρετανοί, θέλοντας να ενισχύσουν τη χώρα και να την απομακρύνουν από τη ρωσική επιρροή, αποφάσισαν να παραχωρήσουν τα Επτάνησα στην Ελλάδα. Έτσι, στις 21 Μαΐου 1864, τα Ιόνια Νησιά ενώθηκαν επίσημα με την Ελλάδα, σηματοδοτώντας το τέλος της βρετανικής κυριαρχίας και την αρχή μιας νέας εποχής για την Κέρκυρα.

Η βρετανική κατοχή στην Κέρκυρα (1815-1864) ήταν μια περίοδος έντονων μεταρρυθμίσεων, αλλά και πολιτικής καταπίεσης. Παρά τις αντιδράσεις των κατοίκων, οι Βρετανοί άφησαν πίσω τους μια σειρά από θεσμικές αλλαγές και έργα που επηρέασαν την εξέλιξη του νησιού.

Η ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα το 1864 ήταν η φυσική εξέλιξη της αντίστασης του κερκυραϊκού λαού, που δεν έπαψε ποτέ να αγωνίζεται για την εθνική του ταυτότητα. Σήμερα, η βρετανική κληρονομιά είναι ακόμα ορατή στην Κέρκυρα, προσθέτοντας ένα ακόμα κεφάλαιο στην πλούσια ιστορία του νησιού.