Η παρουσία των Μαλτέζων στην Κέρκυρα ξεκινά επί Αγγλοκρατίας, κατά τη διάρκεια της διοίκησης των Επτανήσων από τη Μεγάλη Βρετανία (1815–1864). Η Αγγλία υποστήριξε οργανωμένη μετανάστευση από τη Μάλτα, αλλά και από τη Σικελία και τη Νότια Ιταλία, στο πλαίσιο πολιτικού σχεδιασμού ανόρθωσης των νησιών Στόχος ήταν η τόνωση της τοπικής οικονομίας και η ένταξη ειδικευμένων τεχνιτών, ιδίως λιθοξόων, στην ανοικοδόμηση των νέων βρετανικών υποδομών.
Μέσα στην περίοδο 1815–1860, περί τις 40 οικογένειες Μαλτέζων μετανάστευσαν στην Κέρκυρα, με συνολικά περίπου 80 άτομα, συνεργαζόμενοι με τη βρετανική εξουσία στην κατασκευή σημαντικών έργων, όπως το Παλάτι του Αγίου Μιχαήλ και Γεωργίου (1819–1824), αλλά και οι οχυρώσεις και τα δημόσια κτίρια στην πόλη . Ταυτόχρονα, μετανάστευσαν αριθμοί Μαλτέζων αγροτών από το νησί Γκόζο, που όμως αντιμετώπισαν προβλήματα ένταξης στην Κεφαλονιά και τελικά μεταφέρθηκαν στην Κέρκυρα .
Η τεχνική κατάρτιση των Μαλτέζων προσέδωσε στην πόλη νέα αρχιτεκτονική ποιότητα, ιδιαίτερα χάρη στον μαλτέζικο ασβεστόλιθο που μεταφέρθηκε από τη Μάλτα και δημιουργούσε ανθεκτικά, επιβλητικά κτίρια. Αυτοί οι άνθρωποι, εργατικοί και εξειδικευμένοι, έγιναν υπεύθυνοι για έργα όπως η κατασκευή του Περιστυλίου του Μαίτλαντ στη Σπιανάδα (1821), χτισμένο εξ ολοκλήρου από μάρμαρο της Μάλτας. Παρά την ευρεία συμβολή τους, οι Μαλτέζοι υπέφεραν αρχικά από κοινωνικούς αποκλεισμούς και φτωχικά επίπεδα ζωής. Αρχικά εγκαταστάθηκαν σε συνοικισμούς όπως τα Μαλετζίκα και τον Κωτσέλα, ονομασία που προέρχεται από το Γκόζο, ουσιαστικά εκτός του κέντρου της πόλης . Εργάζονταν ως υπάλληλοι, λιθοξόοι, αλλά και γεωργοί, εισήγαγαν καλλιέργειες γλυκοπατάτας και αχλαδιών, και εκτροφή κουνελιών .
Παρά την αναρρίχηση στη βιομηχανία και την άνοδο σε πολιτιστικά επίπεδα, η πλήρης κοινωνική ένταξη ήρθε βαθμιαία. Συμμετείχαν σε εκδηλώσεις, ίδρυσαν συλλόγους και πανηγύριζαν μαζί με τους Κερκυραίους, ιδίως τον Άγιο Σπυρίδωνα, προερχόμενοι από κοινές μαλτέζικες παραδόσεις. Η επίσημη απογραφή του 1891 κατέγραψε 1.673 Μαλτέζους απανταχού στην Ελλάδα, εκ των οποίων 928 ήταν μόνιμοι κάτοικοι της Κέρκυρας. Μετά το 1864, ορισμένοι εγκατέλειψαν το νησί, ωστόσο αρκετοί παρέμειναν, δημιουργώντας νέες γενιές.
Η χρήσιμη συνεισφορά των Μαλτέζων εκφράζεται μέσα από τα μεγάλα έργα της Αγγλοκρατίας, όπου το Μνημείο Maitland αλλά και το Παλάτι Αγ. Μιχαήλ και Γεωργίου αποτελούν τα λαμπρά δείγματα. Αυτό το επιβλητικό νεοκλασικό κτίριο, σχεδιασμένο από τον Βρετανό αρχιτέκτονα George Whitmore, οικοδομήθηκε με μάρμαρο και ασβεστόλιθο εισαγόμενο από τη Μάλτα (1819–1824), έχοντας στο πλευρό του εξειδικευμένους Μαλτέζους λιθοξόους .
Από το 1927 λειτουργεί ως Μουσείο Ασιατικής Τέχνης, φιλοξενώντας συλλογές από την Κίνα, Ιαπωνία, Ινδία, Κορέα, Νοτιοανατολική Ασία, Νεπάλ, Θιβέτ κ.ά., μετά από δωρεές όπως του Γρηγόριου Μάνου. Εκατοντάδες μοναδικά αντικείμενα, κεραμικά, μπρούντζινα αγάλματα, μάσκες θεάτρου, θιβετιανές τοιχογραφίες, εκτίθενται στα δωμάτια εκείνων των μαρμάρινων τοίχων. Η κατασκευή με μαλτέζικο ασβεστόλιθο δεν αποτελεί μόνο αρχιτεκτονική επιλογή: είναι και φορέας ανθρώπων και ιστοριών, γεφυρώνοντας τη Μάλτα, την Αγγλία και την Κέρκυρα. Η χρήση αυτού του υλικού συνέβαλε στην αίσθηση διαχρονικότητας και στην αντοχή του μεγάλου αυτού κτιρίου, που σήμερα αποτελεί πολιτιστικό θησαυρό .
Η σχέση μεταξύ Μάλτας και Κέρκυρας κατά τη νεότερη ιστορία είναι παράδειγμα πολιτιστικής σύζευξης και διαχρονικής συνεισφοράς. Οι Μαλτέζοι ήρθαν, έχτισαν, άφησαν έργα, και συμμετείχαν στην κοινωνία. Η γέννηση του Μουσείου Ασιατικής Τέχνης μέσα σε μαλτέζικες πέτρες αντικατοπτρίζει το βάθος αυτής της σχέσης, μια σχέση που σήμερα τιμάται και προστατεύεται. Η Κέρκυρα των Μαλτέζων δεν είναι απλά μια ιστορία μετανάστευσης. Είναι μια ιστορία αξιών, συνεργασίας και πολιτιστικής ανταλλαγής. Μια ιστορία που, μέσα από τις πέτρες και τα μνημεία της, συνδέει τα νησιά του Ιονίου με τη Μεσόγειο και την Ασία, με μια μαγική συνοχή που αξίζει να γνωρίσουμε καλύτερα.

