Ίσως το πιο εμβληματικό σύμβολο της περιόδου της Ενετοκρατίας στην Κέρκυρα είναι το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, ο φτερωτός λέοντας που κρατά το Ευαγγέλιο, γνωστός και ως το έμβλημα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας. Στην Κέρκυρα, αυτό το λιοντάρι δεν υπήρξε μόνο ένα διακοσμητικό στοιχείο: έγινε κομμάτι του τοπίου, της καθημερινότητας, της εξουσίας και τελικά, της μνήμης.

Το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου είναι το σύμβολο της Βενετίας ήδη από τον 9ο αιώνα, όταν τα λείψανα του Αγίου μεταφέρθηκαν από την Αλεξάνδρεια στη Βενετία. Ο άγιος Μάρκος έγινε ο πολιούχος της πόλης, και το λιοντάρι του, σύμβολο δύναμης, σοφίας και επιρροής, καθιερώθηκε ως έμβλημα της Βενετικής Δημοκρατίας. Φέρει φτερά και κρατά το ανοιχτό ή κλειστό Ευαγγέλιο, ανάλογα με τις περιστάσεις: όταν το Ευαγγέλιο είναι ανοιχτό, συμβολίζει ειρήνη· όταν είναι κλειστό και το λιοντάρι κρατά και σπαθί, παραπέμπει σε περίοδο πολέμου. Για τους Ενετούς, το λιοντάρι ήταν κάτι περισσότερο από σύμβολο πίστης. Ήταν πολιτικό και διοικητικό σήμα κατατεθέν, που δήλωνε την κυριαρχία τους στα εδάφη που ήλεγχαν. Κάθε φορά που η Βενετία καταλάμβανε ένα νέο έδαφος, φρόντιζε να τοποθετήσει λιοντάρια του Αγίου Μάρκου σε ορατά σημεία: φρούρια, πύλες, διοικητικά κτίρια, λιμάνια. Ήταν μια δήλωση παρουσίας και εξουσίας.

Η Κέρκυρα, ως το σημαντικότερο προπύργιο της Βενετίας στο Ιόνιο, κομβικό για την άμυνα απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, απέκτησε ιδιαίτερη σημασία για τη Γαληνοτάτη. Οι Ενετοί δεν δίστασαν να επενδύσουν τεράστια ποσά και ανθρώπινο δυναμικό στην οχύρωση του νησιού, οικοδομώντας τα δύο φρούρια της πόλης (Παλαιό και Νέο Φρούριο), καθώς και άλλα φρουριακά έργα ανά το νησί.

Σε όλα τα παραπάνω μνημεία, τα λιοντάρια του Αγίου Μάρκου κατέχουν περίοπτη θέση. Η παρουσία τους λειτουργούσε ως υπενθύμιση της ενετικής κυριαρχίας, αλλά και ως σύμβολο προστασίας. Για τους ντόπιους, το λιοντάρι ήταν σημάδι ισχύος και σταθερότητας. Η Κέρκυρα, χάρη στους Ενετούς, απέφυγε την Οθωμανική κατάκτηση και διατήρησε έναν ευρωπαϊκό πολιτισμικό προσανατολισμό, κάτι που και σήμερα αποτελεί στοιχείο της ταυτότητάς της.

Αρκετά από τα λιοντάρια της εποχής σώζονται μέχρι και σήμερα, λειτουργώντας ως υπαίθρια μνημεία ιστορικής μνήμης. Ορισμένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι: Στην είσοδο και στο εσωτερικό του Παλαιού Φρουρίου, σώζονται αρκετά λιοντάρια, σκαλισμένα σε πέτρα. Ξεχωρίζει το επιβλητικό λιοντάρι που βρίσκεται πάνω από την πύλη εισόδου, ένα από τα πρώτα που αντικρίζει ο επισκέπτης. Τα λιοντάρια εδώ υπενθυμίζουν ότι το φρούριο δεν ήταν μόνο αμυντικό έργο, αλλά και σύμβολο εξουσίας. Χτισμένο από τους Ενετούς το 16ο αιώνα, το Νέο Φρούριο έχει ενσωματωμένα λιοντάρια σε διάφορα σημεία του τείχους, κυρίως κοντά στις πύλες. Ορισμένα από αυτά είναι φθαρμένα, όμως ακόμη και σήμερα εντυπωσιάζουν με την τεχνική τους και το μεγαλείο που αποπνέουν.

Παρότι αρχικά το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου ήταν σύμβολο μιας ξένης εξουσίας, με το πέρασμα του χρόνου, οι Κερκυραίοι το ενσωμάτωσαν στη δική τους συλλογική μνήμη. Τα λιοντάρια δεν εκλαμβάνονται πια ως απομεινάρια μιας αποικιοκρατικής δύναμης, αλλά ως σύμβολα πολιτισμού, σταθερότητας και αντίστασης. Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι οι Ενετοί, σε αντίθεση με άλλους κατακτητές, δεν προσπάθησαν να αλλοιώσουν τη γλώσσα ή τη θρησκεία των ντόπιων, δημιουργώντας έτσι μια σχέση αμοιβαίου σεβασμού.

Τα λιοντάρια αυτά δεν είναι μόνο σύμβολα. Είναι και έργα τέχνης. Σκαλισμένα από έμπειρους λιθοξόους της εποχής, σε ύφος που κυμαίνεται από τον ύστερο γοτθικό έως τον αναγεννησιακό ρεαλισμό, αντανακλούν τη καλλιτεχνική τελειότητα της Ενετικής Σχολής. Τα χαρακτηριστικά τους (φτερά, στάση, βλέμμα, το Ευαγγέλιο) παραμένουν εντυπωσιακά, παρά τα σημάδια της φθοράς από τον χρόνο.

Σήμερα, τα λιοντάρια του Αγίου Μάρκου λειτουργούν ως υπενθύμιση της πολιτισμικής πολυπλοκότητας της Κέρκυρας. Είναι σημεία αναφοράς για τους κατοίκους, αξιοθέατα για τους επισκέπτες και αντικείμενα μελέτης για ιστορικούς και αρχιτέκτονες. Πολλά από αυτά έχουν ενταχθεί σε διαδρομές πολιτιστικού τουρισμού, και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της αστικής φυσιογνωμίας της Κέρκυρας.

Το ενδιαφέρον για αυτά έχει αναζωπυρωθεί μέσα από ερευνητικά προγράμματα, εκθέσεις και προσπάθειες ανάδειξης από τοπικούς φορείς και την Εφορεία Αρχαιοτήτων. Ορισμένα μάλιστα έχουν ψηφιοποιηθεί σε τρισδιάστατα μοντέλα, προκειμένου να διατηρηθούν για τις επόμενες γενιές.