Η Κέρκυρα, ένα από τα πιο ιστορικά και πολιτιστικά φορτισμένα νησιά της Ελλάδας, φέρει στην πλάτη της μια βαριά πολιτιστική κληρονομιά, προϊόν διαδοχικών εποχών κατάκτησης, συμβίωσης και πολιτιστικής ζύμωσης. Τα ενετικά, γαλλικά και βρετανικά στοιχεία συνυπάρχουν με τα ελληνικά και ορθόδοξα, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο μωσαϊκό πολιτιστικής ταυτότητας. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, η εκρηκτική ανάπτυξη του τουρισμού – αν και οικονομικά σωτήρια για το νησί – έχει οδηγήσει στην παραγκώνιση ή και απαξίωση των ίδιων των μνημείων που κάποτε αποτελούσαν την ψυχή και τον άξονα της τοπικής ταυτότητας. Ανάμεσα στα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της παραμέλησης βρίσκονται το Παλαιό Φρούριο και το Νέο Φρούριο, δύο από τα πιο εμβληματικά μνημεία της Κέρκυρας.
Το Παλαιό Φρούριο, χτισμένο από τους Βενετούς τον 15ο αιώνα πάνω σε βυζαντινά θεμέλια, υπήρξε για αιώνες το απόλυτο σύμβολο της αμυντικής δύναμης της Κέρκυρας. Με τη θαλάσσια τάφρο, την εντυπωσιακή είσοδο με τη γέφυρα και τον φάρο στην κορυφή, αποτελεί μνημείο στρατηγικής, αρχιτεκτονικής και ιστορικής σημασίας. Κι όμως, παρά την επιβλητικότητά του, το φρούριο έχει υποστεί σταδιακή υποβάθμιση, εν μέρει εξαιτίας της τουριστικής μονοκαλλιέργειας που χαρακτηρίζει το νησί.
Καθώς η τουριστική βιομηχανία στρέφει την προσοχή της κυρίως σε “εύπεπτες” μορφές τουρισμού (όπως οι παραλίες, τα all-inclusive resorts και οι φωτογραφικές βόλτες στην Παλιά Πόλη), το Παλαιό Φρούριο αντιμετωπίζεται συχνά ως απλό παρασκήνιο για φωτογραφίες ή χώρος για περιστασιακές εκδηλώσεις, χωρίς να αποδίδεται η πρέπουσα σημασία στη συντήρηση και ανάδειξή του. Σε περιόδους αιχμής, η είσοδος γίνεται συχνά χώρος συνωστισμού και τουριστικής “κατανάλωσης”, με αποτέλεσμα να αλλοιώνεται η αίσθηση δέους και σεβασμού που επιβάλλει ένα τέτοιο μνημείο.
Παράλληλα, η έλλειψη συστηματικής επιμέλειας είναι εμφανής: φθαρμένες πινακίδες, ανεπαρκής φωτισμός, ελλιπής παρουσία ξεναγών και σχεδόν ανύπαρκτη παρουσία εκπαιδευτικών ή βιωματικών προγραμμάτων. Η εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής εμπειρίας στερεί από το φρούριο τον χαρακτήρα ζωντανού χώρου πολιτισμού, περιορίζοντάς το σε έναν αδρανή, σχεδόν “διακοσμητικό” χώρο.
Το Νέο Φρούριο, που ανεγέρθηκε στα τέλη του 16ου αιώνα ως απάντηση στις εξελισσόμενες πολιορκητικές τακτικές της εποχής, αποτελεί ίσως ακόμη πιο ακραίο παράδειγμα πολιτιστικής απαξίωσης. Παρά τη στρατηγική του θέση, τη σπουδαία αρχιτεκτονική του και την πανοραμική θέα που προσφέρει στην Παλιά Πόλη και το λιμάνι, το φρούριο σπάνια προσελκύει το ενδιαφέρον του μαζικού τουρισμού. Η πρόσβαση σε αρκετά από τα σημεία του είναι δύσκολη, ανεπαρκώς σηματοδοτημένη ή ακόμα και επικίνδυνη, με πολλά τμήματα του φρουρίου να έχουν αφεθεί στη φθορά του χρόνου και της υγρασίας.
Το πιο απογοητευτικό είναι πως το Νέο Φρούριο έχει μετατραπεί σε “χρηστικό” χώρο χωρίς σαφές πολιτιστικό αφήγημα: χρησιμοποιείται για εκθέσεις ή ακόμα και ως αποθήκη του δήμου, χωρίς ενιαίο σχέδιο αξιοποίησης ή σεβασμό στη μνημειακή του υπόσταση. Έτσι, ο επισκέπτης δεν καταλαβαίνει τη στρατηγική σημασία του χώρου, την ιστορική του λειτουργία ή την αρχιτεκτονική του αξία – επισκέπτεται απλώς “άλλο ένα σημείο με ωραία θέα”.
Η τουριστική έκρηξη των τελευταίων δεκαετιών στην Κέρκυρα δημιούργησε αδιαμφισβήτητες οικονομικές ευκαιρίες. Παράλληλα όμως, αυτή η ανάπτυξη βασίστηκε σε ένα μοντέλο που προωθεί τον μαζικό, “γρήγορο” τουρισμό, με έμφαση στη διασκέδαση και στην κατανάλωση, εις βάρος της βιωματικής, πολιτιστικά εμπλουτισμένης εμπειρίας.
Το αποτέλεσμα είναι ένα είδος “αόρατης” πολιτιστικής κληρονομιάς: τα μνημεία υπάρχουν, αλλά δεν αντιμετωπίζονται ως πολιτιστικά υποκείμενα, προβάλλονται για τουριστικούς σκοπούς αλλά δεν υπηρετούν ουσιαστικά την πολιτιστική εκπαίδευση. Η πολιτεία, λόγω έλλειψης χρηματοδότησης και σχεδιασμού, αδυνατεί να επενδύσει στη βιώσιμη διαχείριση των χώρων αυτών, αφήνοντας τα φρούρια στη μοίρα τους και, κατά κάποιον τρόπο, στο έλεος της τουριστικής εκμετάλλευσης.
Τα τελευταία χρόνια η Κέρκυρα βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι: να συνεχίσει να “καταναλώνει” την πολιτιστική της κληρονομιά για τουριστικούς σκοπούς ή να την ανακτήσει ως θεμέλιο για ένα νέο, βιώσιμο πολιτιστικό και οικονομικό μοντέλο. Το Παλαιό και το Νέο Φρούριο είναι κάτι παραπάνω από πέτρες και τείχη, είναι μνήμες, αφηγήσεις, κομμάτια της συλλογικής ψυχής του νησιού. Αν δεν τους δοθεί ξανά φωνή, αν δεν αντιμετωπιστούν με τον σεβασμό και την προσοχή που απαιτούν, το νησί κινδυνεύει να χάσει όχι μόνο την πολιτιστική του ταυτότητα, αλλά και την ουσία αυτού που προσφέρει στους επισκέπτες.

